Αποδράσεις. Προορισμοί. Ήθη-έθιμα. Τόποι και παραδόσεις. Πόλεις και ιστορία.

Featured Post Title 1

Aliquam lorem ante, dapibus in, viverra quis, feugiat a, tellus. Phasellus viverra nulla ut metus varius laoreet.

read more

Featured Post Title 2

Aliquam lorem ante, dapibus in, viverra quis, feugiat a, tellus. Phasellus viverra nulla ut metus varius laoreet.

read more

Featured Post Title 3

Aliquam lorem ante, dapibus in, viverra quis, feugiat a, tellus. Phasellus viverra nulla ut metus varius laoreet.

read more

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

Ναύπακτος: H πόλη με την ιστορική λάμψη

Χτισμένη στους πρόποδες της Πίνδου, ανάμεσα στο Αντίρριο και τις εκβολές του ποταμού Μόρνου, η Ναύπακτος, μία από τις ομορφότερες πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας, μαγεύει με τις ειδυλλιακές ακρογιαλιές, που αγναντεύουν τα ήρεμα νερά του Κορινθιακού κόλπου, με τη βουνίσια της γοητεία, που κυκλώνει τον παράδεισο της ορεινής Ναυπακτίας, και με τη μεγάλη της ιστορία, που αντικατοπτρίζεται στα σπουδαία της μνημεία.
Απολαμβάνει την αγκαλιά του Κάστρου, που τα τείχη του κατηφορίζουν μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, όντας μία γραφική πόλη με γειτονιές ζεστές και φιλόξενους κατοίκους. Ένας ιστορικός τόπος που υποδέχεται τους επισκέπτες του χειμώνα καλοκαίρι στα ορεινά του μέρη με τα πυκνά δάση, τα παραδοσιακά χωριουδάκια και τις παραλίες με τα κρυστάλλινα νερά.
Φτάνοντας στη Ναύπακτο, τις πρώτες εντυπώσεις κερδίζουν οι άνετοι δρόμοι, σκιασμένοι με πλατύφυλλα πλατάνια, οι παραδοσιακές γωνιές και ένα πλήθος ανθρώπων κάθε ηλικίας να απολαμβάνουν ανέμελοι τη λιακάδα στα υπαίθρια εστιατόρια και καφέ, δίπλα στη θάλασσα.



Η αγαπημένη πόλη των Ενετών και των Τούρκων κατακτητών, που την ονόμαζαν «Λεπάντο» και «Ενεβαχτέ», αντίστοιχα, φημίζεται για την καλοδιατηρημένη ακρόπολή της, μοναδική σε κατασκευή σε όλη την Ευρώπη, καθώς διαθέτει πέντε αμυντικές ζώνες, που φτάνουν μέχρι το λιμάνι. Είναι από τις λίγες πόλεις της Ελλάδας που επέζησε 30 αιώνες μέσα από την πολυτάραχη ιστορία της.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου, ένα από τα ωραιότερα της Ευρώπης, βρίσκεται στην κορυφή του λόφου σε σχήμα πυραμίδας και δεσπόζει στην πόλη. Η θέα από την κορυφή του προς τη θάλασσα, όπου υψώνεται εντυπωσιακή η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, είναι μοναδική.
Οι μεγαλοπρεπείς οχυρώσεις της Ναυπάκτου, που οφείλονται σε διαδοχικές κατασκευαστικές φάσεις και κλιμακώνονται από την αρχαιότητα έως και την τουρκοκρατία, παρά τις καταστροφές και φθορές που έχουν υποστεί αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά και καλοδιατηρημένα παραδείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.



Υπολείμματα αρχαίων τειχών βρίσκονται και σήμερα στη μεριά της θάλασσας και στη δυτική πλευρά, ενώ το πιθανότερο είναι το κάστρο να μην είχε τη σημερινή του μορφή με τα πέντε διαζώματα, μιας και αυτή τη μορφή την έλαβε κυρίως κατά τη βενετική κυριαρχία. Το μαγευτικό θέαμα του επιβλητικού κάστρου αποκτά άλλη διάσταση τη νύχτα, φωτισμένο με τους προβολείς, που το κάνουν να ξεχωρίζει από μακριά και καλωσορίζει τους επισκέπτες της πόλης.
Ο ορεινός όγκος της Βαράσοβας έχει κηρυχθεί ως τόπος ιστορικός και ιδιαίτερου φυσικού κάλλους αν και οι εκκλησίες, οι μονές και τα ασκηταριά της εποχής του Βυζαντίου, που αναπτύχθηκαν στις δυσπρόσιτες πλαγιές της Βαράσοβας, σήμερα είναι όλα ερειπωμένα. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι του 11ου αι. και παρουσιάζει μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς είναι σχεδιασμένος με έντονη την αίσθηση της ισορροπίας και κατασκευασμένος με επιμέλεια και καλαισθησία και διατηρεί μέχρι σήμερα, μέσα από τα ερείπια του, την αρμονική σύνδεση γραμμών, γωνιών και τόξων. Λόγω της επιβλητικής δόμησης και του μεγάλου μεγέθους φαίνεται να ήταν πνευματικό και καθοδηγητικό κέντρο της περιοχής.
Ανάμεσα στις παραδοσιακές συνοικίες με τις λουλουδιασμένες αυλές και τα πλακόστρωτα καλντερίμια, κανείς θα συναντήσει τον καλοδιατηρημένο Πύργο της οικογένειας Μπότσαρη, ένα εντυπωσιακό κτίριο του 15ου αι., που σήμερα έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό μουσείο, και το ρολόι-κωδωνοστάσιο της πόλης, κατασκευής του 1914. Οι φουντωτές βουκαμβίλιες και τα πολύχρωμα λουλούδια που στολίζουν τους πέτρινους τοίχους πλημμυρίζοντας τις φιλόξενες γειτονιές με κάθε λογής χρώματα κι αρώματα δημιουργουν αναμνήσεις που χαράσσονται ανεξίτηλα στο μυαλό.



Τα υπόλοιπα αρχοντικά και τα καπετανόσπιτα, μιας πόλης που μαρτυρά σε κάθε βήμα τη στενή της σχέση με το υγρό στοιχείο, εντυπωσιάζουν και γοητεύουν. Στο «Γρίμποβο», στη συνοικία με το «πολύ νερό», όπως ερμηνεύεται από τους ντόπιους, θα βρει κανείς τα αιωνόβια πλατάνια, τα τρεχούμενα νερά, τις θαυμάσιες παραλίες και τις ονομαστές πηγές, με κορυφαία τη «βρύση της Αγάπης», στη συνοικία της Αφροδίτης.
Τόσο το Γκρίμποβο όσο και η συνοικία της Ψανής, μιας όμορφης παραλίας μήκους ενός χιλιομέτρου, με παραδοσιακά ταβερνάκια και φρέσκους μεζέδες, έχουν βραβευτεί από τη Γαλάζια Σημαία και χαρίζουν στον ταξιδιώτη ώρες δροσιάς στα καταγάλανα νερά τους και χαλάρωσης τις ώρες του περιπάτου.
Από τα πιο όμορφα, γραφικά και άκρως ερωτεύσιμα λιμάνια της χώρας είναι εκείνο της Ναυπάκτου. Είναι το σημείο συνάντησης των κατοίκων, εκεί που κάτω από τη σκιά των πλατάνων και με θέα τη θάλασσα, που κυκλώνουν τα ενετικά τείχη, χαλαρώνουν και μοιράζοντονται στιγμές ηρεμίας.



Μετά την απελευθέρωση της πόλης, το 1829, το λιμάνι της εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντικό συγκοινωνιακό και εμπορικό κέντρο που έδινε ζωή και κίνηση στην πόλη. Από το λιμάνι γινόταν η μεταφορά με καΐκια προς την ακτή της Αχαΐας, τον Ψαθόπυργο και την Πάτρα. Επίσης, για πολλά χρόνια η συγκοινωνία με την πρωτεύουσα του νομού, το Μεσολόγγι, γινόταν με καΐκια από την Ναύπακτο στην Πάτρα, από εκεί στο Κρυονέρι-Γαλατά και συνέχεια μέσω ξηράς έφτανε κανείς στο Μεσολόγγι. Στις μέρες μας, το μικρό γραφικό λιμανάκι δέχεται καθημερινά, τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, δεκάδες μικρά κρουαζιερόπλοια με ευρωπαίους εκδρομείς.
Χτισμένο στο χείλος της θάλασσας τον 15αι., «το Κάστρο της Ρούμελης», όπως ονομαζόταν, μοιάζει να θέλει να ενωθεί με τη βόρεια ακτή του Μοριά και το φρούριό του, αφού τα δυο Κάστρα αποτελούσαν για αιώνες τους ακοίμητους φρουρούς του Κορινθιακού κόλπου. Σήμερα, φιλοξενεί καλοκαιρινές πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Στον ανατολικό πυργίσκο, στέκεται ο παλιός ναυτικός φάρος και το Φετιχιέ Τζαμί, του 1499, ενώ η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα υπενθυμίζει την περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571. Στον δυτικό βραχίονα, δίπλα στα σιδερένια κανόνια που σημαδεύουν τη θάλασσα, βρίσκεται ο ανδριάντας του θρυλικού πυρπολητή, Γιώργου Ανεμογιάννη, καθώς και το άγαλμα του διάσημου ισπανού συγγραφέα, Μιγκέλ ντε Θερβάντες.



Το τέλειο «άλλοθι» για μια ολιγόωρη ανάπαυση αποτελούν οι γευστικοί πειρασμοί που περιμένουν στον πεζόδρομο του Στενοπάζαρου, εκεί που παλιά βρισκόταν η αγορά με τα ταβερνάκια που τιμούσαν δεόντως οι ντόπιοι και οι εργάτες του λιμανιού.
Οι λάτρεις του εναλλακτικού τουρισμού θα λατρέψουν και τη Ναύπακτο, μιας και οι ευκαιρίες που δίνει είναι αμέτρητες. Με βάρκες, Rafting και Canoe kayak ξεκινά η κατάβαση του Εύηνου, ενώ κανείς μπορεί να φτάσει σε αυτόν με πεζοπορία. Εφικτή είναι η αναρρίχηση και ορειβασία στη Βαράσοβα, το βουνό που ανεβαίνει κάθετα από τη θάλασσα μέχρι τα 900μ., και οι διαδρομές με τζιπ 4Χ4, που φέρνουν τον άνθρωπο σε άμεση επαφή με τη φύση, τη δράση και την περιπέτεια.
Τα Ρουμπάκια είναι ένα εξαιρετικής ομορφιάς δρυόδασος σε υψόμετρο 820μ, με τον χώρο να παρουσιάζει εξαιρετική βιοποικιλία και να είναι ιδανικός για παρατήρηση της φύσης, παρατήρηση πουλιών και περιβαλλοντική εκπαίδευση. Στον χώρο αυτόν, την πρώτη Κυριακή κάθε Ιουλίου, διοργανώνεται από τον Δήμο σε συνεργασία με τους κτηνοτρόφους και τους πολιτιστικούς συλλόγους η εκδήλωση «Πυληνίων Ποιμενικός Βίος». Πρόκειται για αναβίωση της πυλήνιας ποιμενικής ζωής με αναπαράσταση δρώμενων της παραδοσιακής ζωής (π.χ. παραδοσιακός γάμος). Η εκδήλωση διοργανώνεται με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση και κάθε χρόνο προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών.



Ακόμα, σε υψόμετρο 1300μ. και περιτριγυρισμένο από πυκνό ελατόδασος, η Αγία Κυριακή είναι ένας εξαίρετος χώρος δασικής αναψυχής. Στην περιοχή έχει προσδιοριστεί ορεινός ποδηλατόδρομος, ενώ μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ορειβατικές διαδρομές.
Σε μικρή απόσταση από την πόλη της Ναυπάκτου και ιδανική για road trip είναι η Ορεινή Ναυπακτία, ένας από τους πιο συναρπαστικούς ορεινούς προορισμούς της Ελλάδας. Τα πυκνά δάση, ο Εύηνος ποταμός και η Ευηνολίμνη, οι ρεματιές, οι πετρόκτιστες βρύσες με το τρεχούμενο νερό συνθέτουν ένα παραμυθένιο σκηνικό. Μέσα από μια μαγική διαδρομή στις κατάφυτες από βελανιδιές, έλατα, οξιές και καστανιές πλαγιές, θα αρχίσουν να ξεπροβάλλουν ένα ένα τα χωριά που κρέμονται πάνω από τις χαράδρες. Στις παραδοσιακές ψησταριές όλων των χωριών, κανείς θα γευτεί ντόπια εδέσματα, ενώ είναι σίγουρο ότι κάποιον πρόθυμο κάτοικο θα βρει στην πλατεία να του πει δυο λόγια για την ιστορία των πανέμορφων χωριών.

ellines.com 
Share:

Πάμε μια εκδρομή στο ποτάμι;

Τα πάντα ρει, ώρα για εκδρομή. Πού; Σε τέσσερα υπέροχα ποτάμια κοντά και ολίγον τι πιο μακριά από την πόλη.

Κρυστάλλινα νερά, ειδυλλιακές διαδρομές και γραφικά χωριουδάκια για να επιστρέφουμε το βράδυ. Φύγαμε για κοντινές και λίιιιγο πιο μακρινές εκδρομές του γλυκού νερού.

Λούσιος, Ορεινή Αρκαδία 

Ο ποταμός όπου σύμφωνα με τη μυθολογία, οι Νύμφες έλουζαν τον Δία μπορεί να μην ενδείκνυται για λούσι(ο)μο, όμως προσφέρεται για ράφτινγκ και για τις πρώτες παγωμένες βουτιές στην ορεινή Αρκαδία. Καταβάσεις πραγματοποιούνται όλο τον χρόνο, κάθε Σαββατοκύριακο (και καθημερινές κατόπιν συνεννόησης) από τους έμπειρους εκπαιδευτές-συνοδούς ποταμού της Trekking Αρκαδίας. 

Εδώ θα μείνετε σε όποιο από τα χωριά του Μαινάλου προτιμάτε. Εμείς προτείνουμε πάντως να επιλέξετε για βάση σας την Καρύταινα, που απέχει λίγα λεπτά οδήγησης από τη βάση της Trekking Hellas, στο χωριό Βλαχορράφτη. Έχει άπλετη ομορφιά χάρη στα αμφιθεατρικά χτισμένα σπιτάκια και στα λιθόχτιστα καλντερίμια που ανηφορίζουν ως το Κάστρο για υπέροχη θέα, ενώ το σκηνικό είναι πανέμορφο και για όσους επιλέξουν απλή πεζοπορία ή διαδρομές με το αυτοκίνητο στην ευρύτερη περιοχή.

Διαβάστε επίσης: Best of… Ορεινή Αρκαδία

Λάδωνας, σύνορα Αχαΐας-Αρκαδίας

Για τον Λάδωνα ο Παυσανίας κάποτε έγραψε πως είναι το πιο όμορφο ποτάμι της Ελλάδας. Δεν το πιστεύετε; Πάρτε τα ποδήλατα και ακολουθήστε την διαδρομή που κινείται παράλληλα με το ποτάμι από τη Σμίξη ως την όχθη της λίμνης του Λάδωνα, για να σχηματίσετε ιδία αντίληψη. Τα καταγάλανα νερά της καθρεφτίζουν τις πράσινες πλαγιές του Αφροδισίου (wink-wink) όρους, ενώ τα μονοπάτια των βουνών είναι ό,τι πρέπει για ποδηλατάδες. Σε κάθε περίπτωση, μη χάσετε τη θέα προς τη λίμνη από το χωριό Πουρνάρια.

Στη Σμίξη, όπου πάλι ενεπλάκη ο Δίας και μεταμόρφωσε σε δάφνη την… Δάφνη (ε, τον Σατανά είδατε τι έκανε εκεί!), η Eco Action (τηλ: 697 899 6950) έχει στήσει τα ξύλινα σπιτάκια της, όπου οργανώνει δραστηριότητες όπως rafting και κανό στο ποτάμι. Επικοινωνήστε έγκαιρα μαζί τους για να κλείσετε θέση – και κατάβαση. Για περισσότερες δράσεις στη φύση, σημειώστε μια από τις ομορφότερες πεζοπορικές διαδρομές, αυτή που ξεκινά από την πλατεία της Δήμητρας και καταλήγει, μετά από σαράντα περίπου λεπτά, στο τοξωτό γεφύρι της Κυράς, περνώντας μέσα από το φαράγγι του Λάδωνα.

Εδώ θα μείνετε στην Κοντοβάζαινα με την παραμυθένια ρεματιά, το πέτρινο τοξωτό γεφύρι και τις κρήνες ή στη Δήμητρα, φωλιασμένη σε μια καταπράσινη βουνοπλαγιά.

Διαβάστε επίσης: Λάδωνας: Παραμύθι στο Νερό 

Βοϊδομάτης, Ήπειρος

Διασχίζει τον Εθνικό Δρυμό Βίκου – Αώου, πράγμα που σημαίνει ότι είναι περιττό να αναζητήσουμε λόγια που να περιγράφουν το τοπίο γύρω του. Άντε, θα το κάνουμε αλλά συνοπτικά: είναι ε-ντυ-πω-σι-α-κό. Επίσης, είναι ο καθαρότερος ποταμός της Ευρώπης – ναι, το νερό του πίνεται.

Οι εταιρείες Alpine Zone, No Limits και Trekking Hellas διοργανώνουν δραστηριότητες στο ποτάμι που περιλαμβάνουν rafting και πεζοπορίες –πάντα με τις απαραίτητες στάσεις για βουτιές, ενώ τα ειδυλλιακά Ζαγοροχώρια είναι ό,τι πρέπει για τη διαμονή σας με πληθώρα κουκλίστικων ξενώνων – αγαπημένα μας η Αρίστη και το Πάπιγκο. Εναλλακτικά, η κατάβαση του Βοϊδομάτη ξεκινά από το γεφύρι της Αρίστης, στο Δυτικό Ζαγόρι, οπότε το γραφικό, πέτρινο χωριό της Κόνιτσας αποτελεί ιδανική βάση για την εξόρμησή σας. Διαλέγετε και μένετε.

Διαβάστε επίσης: Ζαγοροχώρια: Εκεί που η φύση συναντά την παράδοση 

Νέστος, Θράκη

Ο «ταξιδευτής» ποταμός μας δελεάζει να τον ακολουθήσουμε με οποιοδήποτε μέσο και να έρθουμε σε άμεση επαφή με καταπράσινα δάση, γραφικά χωριουδάκια από άλλες εποχές, πνιγμένα στην φύση μονοπάτια, δασικά χωριά και προστατευόμενους υγροβιότοπους. Πρώτη στάση το χωριό Τοξότες, με τον γραφικό σιδηροδρομικό σταθμό, και εν συνεχεία η Σταυρούπολη, όπου θα έχετε την δυνατότητα να συμμετέχετε σε υπαίθριες δραστηριότητες όπως canoe kayak, rafting, 4x4 και βόλτες με αλογάκια, χρησιμοποιώντας τις βάσεις της Riverland ή της Vistonis που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.

Στα πέριξ της Σταυρούπολης, αδιαμφισβήτητο highlight είναι το καταπράσινο δάσος του Ερύμανθου κοντά στο γαλήνιο χωριό Λειβαδίτης, βόρεια της πόλης. Επισκεπτόμενοι το χωριό μπορείτε να θαυμάσετε από κοντά τον καταρράκτη της περιοχής ύψους 35 μέτρων ακολουθώντας το δασικό μονοπάτι της Δασικής Υπηρεσίας και το Κάστρο της Καλύβας με πανοραμική θέα στην κοιλάδα του Νέστου και να πάρετε μια γεύση από την πολυπολιτισμικότητα των Πομακοχωρίων. 

Διαβάστε επίσης: Νέστος: Οδοιπορικό στο «ποτάμι της ζωής» 

Νικόλας Γεωργιακώδης

in2life.gr 
Share:

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Ορεινή Αρκαδία: Η μαγευτική «καρδιά» της Πελοποννήσου

Η Ορεινή Αρκαδία είναι μία περιοχή της κεντρικής Πελοποννήσου με ιδιαίτερη ομορφιά, μαγευτικά τοπία, ευκαιρίες για δραστηριότητες στη φύση, ιστορικά πετρόχτιστα χωριά και σημαντικά μνημεία. Ένα Σαββατοκύριακο ή ολιγοήμερες διακοπές -όλες τις εποχές του έτους- σε κάποια από τα μέρη και τις τοποθεσίες που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο θα είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να επισκεφτεί κανείς μέρη τα οποία κρύβουν θησαυρούς που περιμένουν να  ανακαλυφθούν.
Το όρος Μαίναλο και οι γειτονικές κορυφές των βουνών της Ορεινής Αρκαδίας υψώνονται σαν τείχη που μοιάζουν να είναι κατασκευασμένα από έλατα, κέδρους και οποιοδήποτε βαθυπράσινο ψηλό δέντρο μπορεί να φανταστεί κανείς.



Ανάμεσα στις πολυάριθμες οροσειρές και κορυφές του Μαινάλου, ξεχωρίζει η κορυφή «Προφήτης Ηλίας» της Οστρακίνας, που είναι και η υψηλότερη με υψόμετρο 1981 μέτρα και είναι ισχυρός πόλος έλξης για πολλούς ορειβάτες, αλλά και για τους λάτρεις των χειμερινών σπόρ ή των των ορεινών δραστηριοτήτων γενικότερα.

Εκεί, σε υψόμετρο 1600 μέτρων, βρίσκεται ένα σύγχρονο χιονοδρομικό κέντρο, που το χειμώνα συγκεντρώνει πλήθος κόσμου. Διαθέτει τέσσερις αναβατήρες, οκτώ πίστες, καταφύγιο και ξενώνα.



Στα υψηλότερα μέρη της Ορεινής Αρκαδίας βρίσκονται αλπικά λιβάδια και στα χαμηλότερα οι ποταμοί Λούσιος και Αλφειός. Ο Λούσιος ξεκινά κάπου από τα Λαγκάδια και χύνεται στον Αλφειό, κοντά στην Καρύταινα, πριν αυτός φύγει δυτικά προς Ηλεία. Υπάρχουν γεφύρια, νεροτριβές και νερόμυλοι που λειτουργούσαν και ως μπαρουτόμυλοι τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Πηγή ενέργειας από την προβιομηχανική περίοδο το νερό και βέβαια πηγή ζωής διαχρονικά, μέχρι και σήμερα.  



Δημητσάνα, Καρύταινα, Στεμνίτσα, Βυτίνα, και Καστάνιτσα είναι τα χωριά με τα πιό γνωστά ονόματα που βρίσκονται στην αγκαλιά του Μαινάλου. Έχουν πλούσια ιστορία και γύρω τους υπάρχει πληθώρα διαδρομών για περπάτημα και ανάλογα με την εποχή, η δυνατότητα για rafting, ραπέλ ή και σκι και φυσικά τοπία με μαγευτική ομορφιά.



Υπάρχουν όμως και κάποια πιο ήσυχα χωριά, όπως τα Λαγκάδια, με λιγότερο τουρισμό και ίσως ακόμα περισσότερο αγνή εικόνα αν κάποιος ενδιαφέρεται να περάσει ένα Σαββατοκύριακο όχι μόνο στη μέσα φύση, αλλά και πίσω στο χρόνο κατά μία έννοια. Κάθε χωριό της Ορεινής Αρκαδίας έχει μια μακρόχρονη ιστορία και κάθε γειτονιά είναι ένα οικιστικό κόσμημα. Σε όλα, θα συναντήσει κανείς αξιοθέατα και ατελείωτη γοητεία και ομορφιά.



Η Δημητσάνα είναι ένα από τα ομορφότερα και πιο καλοδιατηρημένα χωριά της ορεινής Αρκαδίας, με μοναδική αρχιτεκτονική, ατμοσφαιρικούς ξενώνες, εντυπωσιακά μοναστήρια, το φαράγγι του Λούσιου και το ελατοσκέπαστο Μαίναλο σε απόσταση αναπνοής, ενώ αποτελεί εδώ και χρόνια μια από τις δημοφιλέστερες βάσεις για διαφορετικά είδη τουρισμού, όπως τα ρομαντικά χειμωνιάτικα Σαββατοκύριακα, οι εναλλακτικές εξορμήσεις στον Λούσιο και τον Αλφειό αλλά και οι οικογενειακές εκδρομές.



Το αρχιτεκτονικό τοπίο του παραδοσιακού οικισμού, με τα ψηλά, πέτρινα πυργόσπιτα, είναι μοναδικό. Αμφιθεατρικά χτισμένη πάνω σε δυο αντικριστούς λόφους, πάνω από το φαράγγι του Λούσιου ποταμού, η ιστορική Δημητσάνα είναι ένα ζωντανό μουσείο παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Από το υψόμετρο των 950 μέτρων, η θέα της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και του Ταΰγετου είναι συγκλονιστική. Η ιστορία της αρχίζει κατά τους Ομηρικούς χρόνους όταν στη θέση της βρισκόταν η μικρή αρκαδική πόλη Τεύθις.

Μπορεί να «χαθεί» κανείς στα στενά λιθόστρωτα με τα παλιά αρχοντόσπιτα, τις εκκλησίες και την ωραία ατμόσφαιρα και όσο «χάνεται» στους λόφους του Κάστρου και της Αγίας Παρασκευής, τόσο ζωντανεύουν μνήμες από την ιστορία που διδάχθηκε στο σχολείο. Μπορεί να συναντήσει και να δει το σπίτι του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ που σήμερα είναι Εκκλησιαστικό Μουσείο, το σπίτι του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τη σπουδαία Βιβλιοθήκη – Σχολή Δημητσάνας που χάρισε στον Αγώνα χιλιάδες βιβλία για την κατασκευή φυσιγγίων, όπως μαρτυρεί στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.



Η Δημητσάνα είναι πολύ γνωστή και για το μπαρούτι που προσέφερε κατά την Επανάσταση. Δεκατέσσερεις μπαρουτόμυλοι λειτουργούσαν στις πηγές του Αϊ-Γιάννη, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται και το καταπληκτικό Μουσείο Υδροκίνησης. Από την άλλη μεριά, βρίσκεται ο αποκαλούμενος Ληνός των Κολοκοτρωναίων, το κτίσμα όπου σκοτώθηκε ο αδερφός του Κολοκοτρώνη.

Όλο και περισσότεροι νέοι εγκαθίστανται κάθε χρόνο στη Δημητσάνα και ασχολούνται με τη φύση και τον τουρισμό. Μάλιστα οι νέες γυναίκες του χωριού έχουν φτιάξει και σύλλογο γυναικών, μέσω του οποίου αναβιώνουν έθιμα, εκδίδουν εφημερίδα, διοργανώνουν διαγωνισμούς και διάφορα bazaar.
Το Μουσείο Υδροκίνησης είναι αρκετά δραστήριο και στις εγκαταστάσεις του διοργανώνονται πολλά ενδιαφέροντα πράγματα, όπως προβολές, εκθέσεις, ημερίδες, δραστηριότητες για παιδιά, ενώ έχει ακόμη και θεατρική ομάδα, αποτελώντας ενεργό κύτταρο του χωριού.



Ακριβώς κάτω από τη Δημητσάνα ξεκινά το φαράγγι του Λούσιου, στο οποίο δεσπόζει η Μονή Φιλοσόφου. Η Νέα Μονή Φιλοσόφου για την ακρίβεια, γιατί η παλιά, η ερειπωμένη, από όπου άρχισαν όλα, βρίσκεται ακόμη πιο χαμηλά, κρεμασμένη μέσα στο φαράγγι. Κρυφό Σχολειό επί Τουρκοκρατίας, ιερατική σχολή αργότερα, που έδωσε τα σκήπτρα στη Νέα Μονή τον 17ο αιώνα, όπου λειτούργησε αρχικά η Σχολή Δημητσάνας. Στα πόδια του επισκέπτη βρίσκεται το υπερθέαμα του Λούσιου. Η πεζοπορία σε ένα από τα ομορφότερα μονοπάτια της Πελοποννήσου μπορεί κανονικά να ξεκινήσει, όμως αυτή η διαδρομή είναι προτιμότερο να γίνει ανάποδα, από το τέλος του Λούσιου. Κάπως έτσι, όλοι οι δρόμοι οδηγούν πλέον στην Καρύταινα.



Η Καρύταινα απέχει 17 χιλιόμετρα από τη Στεμνίτσα, 23 χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη και είναι και αυτή ένα όμορφο και ιστορικό χωριό και αρκετά «ελληνικό» ώστε να απεικονιστεί στην πίσω πλευρά του πεντοχίλιαρου. Δεν είναι τόσο ζωντανή και ούτε πολύ τουριστική, αλλά κερδίζει τις εντυπώσεις με το ωραίο κάστρο της, που χτίστηκε από τους Φράγκους τον 13ο αιώνα, αλλά «έδρασε» και κατά την Τουρκοκρατία, και κατά την Επανάσταση. Λιθόκτιστα δρομάκια, βυζαντινά εκκλησάκια και παλιά πέτρινα σπίτια συνοδεύουν τις βόλτες μέσα στο χωριό. Έξω από αυτό αναλαμβάνει η φύση και ο Αλφειός, που κυλάει στα πόδια της και στεφανώνεται από την περίφημη γέφυρα του πεντοχίλιαρου. Τέσσερα χιλιόμετρα έξω από την Καρύταινα, βρίσκεται το γεφύρι του Ατσίχολου, από όπου ξεκινούν οι διαδρομές ράφτινγκ στο Λούσιο και τον Αλφειό.



Ακόμη πιο έξω, στο δρόμο προς Στεμνίτσα και μέσω του χωριού Ελληνικό, ο δρόμος τερματίζει στο γεφύρι του Πολυγένη. Εδώ βρίσκεται η αρχαία Γόρτυνα, το φημισμένο στην αρχαιότητα ιερό του Ασκληπιού. Καθόλου τυχαία δεν είναι, φυσικά, η τοποθεσία. Ακόμα και σήμερα είναι ιδιαίτερα αισθητή η ιδιαίτερη ενέργεια που έχει το τοπίο, μέσα στις ερημιές και στα αγριολούλουδα, με τον ήχο του ποταμού και τα βουνά να κλείνουν προς Βορρά σχηματίζοντας το φαράγγι του Λούσιου. Αν κινηθεί κανείς νότια, ακολουθεί τη σήμανση για τα Κυκλώπεια τείχη, ενώ αντίθετα αν κινηθεί βόρεια, γρήγορα μπαίνει στο φαράγγι.



Η Στεμνίτσα με τα κεφαλόβρυσα στη σκιά αιωνόβιων πλατάνων και μια ζωντανή πλατεία γεμάτη καφενεία και ταβέρνες, συνθέτουν ένα από τα ομορφότερα χωριά της Αρκαδίας. Επιβλητικά πυργόσπιτα με τοξωτά υπέρθυρα, πέτρινα καλντερίμια που ανηφορίζουν περνώντας κάτω από τις καμάρες των σπιτιών, θυμίζοντας τα βυζαντινά «διαβατικά», και χάνονται μέσα στις καρυδιές και τις κερασιές.
Είναι ένα από τα πιο όμορφα και ιστορικά χωριά της Ορεινής Αρκαδίας και της Πελοποννήσου, χτισμένη αμφιθεατρικά στις δυτικές πλαγιές του Μαινάλου, στους πρόποδες της Κλινίτσας και σε υψόμετρο 1100 μέτρων, ενώ γοητεύει με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της, τα αρχοντικά της, τις ωραίες βυζαντινές εκκλησίες και τα γραφικά καλντερίμια της.



Η φυσική θέση του χωριού αυτού ανάμεσα στο ελατόδασος του βουνού και του φαραγγιού του Λούσιου, η γραφικότητά του και η γειτνίασή του με τα αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής το καθιστούν ιδεώδη τόπο για χειμερινές διακοπές και ως παραθεριστικό κέντρο.
Στη Στεμνίτσα, η ζωή στο χωριό κυλάει ήρεμα μέσα στη φύση, με τον τουρισμό, με την κτηνοτροφία και με την οικοδομή. Το χωριό είναι γενικότερα αρκετά ζωντανό. Εκεί βρίσκεται η φημισμένη Σχολή Αργυροχρυσοχοΐας, η οποία είναι πλέον ΙΕΚ και φέρνει αρκετούς νέους στο χωριό. Από τους μεταβυζαντινούς χρόνους η Στεμνίτσα έβγαζε αργυροχρυσοχόους, φημισμένους τεχνίτες που ταξίδευαν στον κόσμο, μιλούσαν σε συνθηματική γλώσσα, τα μεστιτσιώτικα, και ήταν γνωστοί, εκτός από την τέχνη τους, και για τις νοθείες τους. Λέγεται πως γι’αυτό γέμισαν και τη Στεμνίτσα εκκλησάκια, για να εξιλεωθούν. Τώρα, αυτά είναι οι αφορμές για να περπατήσει κανείς στα λιθόστρωτα καλντερίμια του χωριού. Και τα παλιά σπίτια επίσης, με τα ανώγια και τα κατώγια, τα ξύλινα χαγιάτια και τις ωραίες τους πόρτες.



Οι κάτοικοι της Στεμνίτσας είναι πολύ φιλόξενοι και υποδέχονται πάντα τους επισκέπτες με θέρμη, φιλική διάθεση και προθυμία να «περπατήσουν» μαζί τους στα γραφικά δρομάκια. Το χωριό είναι ήρεμο, μέσα σε ένα μοναδικό φυσικό τοπίο και αποτελεί τον ιδανικό προορισμό για τον επισκέπτη της ορεινής Αρκαδίας, που θέλει να ζήσει μακριά από πολύβουα αστικά κέντρα.
Στο ύψος της Στεμνίτσας βρίσκεται η Μονή Προδρόμου. Είτε πιστεύει είτε δεν πιστεύει κανείς, είναι από τις πιο συγκλονιστικές εικόνες που μπορεί να δει. Κρεμασμένη, στην κυριολεξία, μέσα στο φαράγγι, γαντζωμένη στα άγρια βράχια, εμπνέει ένα δέος αλλά και θαυμασμό τους μοναχούς που αντέχουν να κατοικούν εδώ. Από τα ξύλινα μπαλκόνια της Μονής Προδρόμου που κυριολεκτικά κρέμεται πάνω από το φαράγγι του Λούσιου από τον 16ο αιώνα, η θέα μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως θεϊκή. Όλη η ομορφιά της άγριας φύσης της Πελοποννήσου βρίσκεται εδώ, στα πόδια των επισκεπτών.



Σε πολύ κοντινή απόσταση από τη Μονή Προδρόμου, ένα εκπληκτικό μονοπάτι που κατηφορίζει μέχρι το ποτάμι του Λούσιου και ανηφορίζει στην απέναντι πλαγιά του φαραγγιού, θα φέρει τον επισκέπτη στη Νέα Μονή Φιλοσόφου, που χτίστηκε το 1691. Δίπλα της θα δει το καθολικό της παλιάς μονής του 10ου αιώνα και έπειτα θα μπει στη Νέα Μονή, για να θαυμάσει τις τοιχογραφίες του 1693, που είναι ένα από τα σπουδαιότερα αξιοθέατα της περιοχής.
Η Αρχαία Γόρτυνα είναι το σημαντικότερο μνημείο στην ορεινή Αρκαδία από το αρχαίο παρελθόν της κοιλάδας του Λούσιου και παράλληλα ένας τόπος πολύ ενεργειακός. Τα ερείπια της πόλης που ήκμασε στην κλασική και την ελληνιστική εποχή βρίσκονται στην έξοδο του φαραγγιού. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν τις δύο ακροπόλεις, δύο Ασκληπιεία, λουτρικές εγκαταστάσεις, ναούς και ιαματικά λουτρά.



Η Βυτίνα έχει χαρακτηριστεί ως το «στολίδι του Μαινάλου» και πράγματι ο επισκέπτης θα ανακαλύψει ένα χωριό γαλήνιο και φιλόξενο, που θα τον υποδεχθεί στην αγκαλιά του, προσφέροντας του ηρεμία και χαλάρωση.
Τα παλιά πετρόχτιστα σπίτια της έχουν μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, στην οποία δεσπόζει το περίφημο μαύρο μάρμαρο της περιοχής. Ο οικισμός απλώνεται σε ευρύχωρο υψίπεδο που αγκαλιάζουν από παντού δασωμένα βουνά σε τοποθεσία κατάφυτη από πεύκα, έλατα και καστανιές. Μέσα από μια βόλτα στα όμορφα στενά της και τα δεντροσκέπαστα δρομάκια της θα δείτε από κοντά τις ομορφιές που συναντά κανείς στην ελληνική ύπαιθρο.
Στη Βυτίνα υπάρχει το λαογραφικό μουσείο με πολύτιμα αντικείμενα από την βαριά ιστορία του τόπου. Ακόμα, οι ταβέρνες του χωριού, συγκεντρωμένες η μία δίπλα στην άλλη, προσφέρουν κρασάτο κόκορα, αγριογούρουνο, χορτόπιτες και φυσικά την σπεσιαλιτέ της περιοχής, το παστό χοιρινό.



Η αγάπη των Βυτινιωτών για το χωριό τους είναι διάχυτη σε κάθε δρομάκι, σε κάθε σπίτι, σε κάθε γωνιά. Μάνα-γη πολλών σημαντικών ανθρώπων, η Βυτίνα χάρισε στην Ελλάδα, τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, το νομοδιδάσκαλο Βασίλειο Οικονομίδη αλλά και τον εξερευνητή, Παναγιώτη Ποταγό.

Το Λιμποβίσι, ένα ακόμα ιστορικό χωριό της Ορεινής Αρκαδίας, είναι η γενέτειρα των περήφανων Κολοκοτρωναίων και απέχει περίπου 15 χλμ. από τη Βυτίνα. Πνιγμένο, κυριολεκτικά, μέσα στα πυκνά ελατοδάση, το αναπαλαιωμένο σπίτι των Κολοκοτρωναίων, αφηγείται «σιωπηλά» τη μεγάλη του ιστορία. Σήμερα είναι ακατοίκητο, όμως σαν τόπος προσκυνήματος προσελκύει πλήθος επισκεπτών καθημερινά.



Υπάρχει πηγή με άφθονο νερό και αρκετός χώρος. Ο Δήμος Φαλάνθου, με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και την τοπική αρχιτεκτονική, κατασκεύασε αναψυκτήριο, που λειτουργεί από τον Ιούνιο του 2006,  προφέροντας τοπικά προϊόντα όπως μέλι, τσάι, παραδοσιακά γλυκά και αναψυκτικά.



Η κύρια διαδρομή για το Λιμποβίσι, με αφετηρία την Τρίπολη, είναι μέσω του Δήμου Φαλάνθου. Μετά το Παναρκαδικό νοσοκομείο ακολουθείτε το δρόμο για τα χωριά, Τσελεπάκου, Χρυσοβίτσι, Στεμνίτσα. Ένα χιλιόμετρο μετά το Χρυσοβίτσι (23 χλμ. από Τρίπολη) στρίβετε δεξιά. Περνάτε από το ακατοίκητο Αρκουδόρεμα και φτάνετε στο Λιμποβίσι, μετά από 7 χλμ. Ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος και σε καλή κατάσταση. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται τους χειμερινούς μήνες όπου επικρατεί παγετός.



Η Καστάνιτσα είναι ένα πανέμορφο ορεινό χωριό χτισμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα, σε υψόμετρο 850 μέτρων, πάνω σε έναν μακρόστενο λόφο στον οποίο δεσπόζει το ύψωμα-κάστρο, με την εντυπωσιακή θέα προς το χωριό. Θεωρείται ένας από τους γραφικότερους παραδοσιακούς οικισμούς όχι μόνο της Αρκαδίας αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου.
Το στοιχείο της Καστάνιτσας που τραβάει αμέσως την προσοχή του επισκέπτη είναι τα μεγάλα πετρόκτιστα λευκά σπίτια με τις γκρι σκεπές τους από σχιστόλιθο Μαλεβού, τα οποία σε κάποια σημεία είναι σαν να κρέμονται από τα βράχια του υψώματος του λόφου και μέχρι κάτω στην καταπράσινη ρεματιά, ενώ κάποια άλλα κρύβονται πίσω από τα φύλλα εκατοντάδων καστανιών, στις πλαγιές του δρόμου που οδηγεί στην κεντρική πλατεία του χωριού.



Η Καστάνιτσα οφείλει το λευκό της χρώμα στην παραγωγή ασβέστη για την οποία παλαιότερα ήταν ιδιαίτερα ξακουστή. Μάλιστα, υπήρχε περίοδος κατά την οποία λειτουργούσαν τριάντα με σαράντα ασβεστοκάμινα τα οποία έψηναν συνεχώς ασβέστη ενώ σήμερα λειτουργούν μόλις τρία – τέσσερα από αυτά.
Αν όμως το χρώμα της το οφείλει στον ασβέστη, το όνομα της προέρχεται φυσικά από τα κάστανα και το γειτονικό καστανόδασος. Παλαιότερα, η συγκομιδή των κάστανων έφτανε τους 500 τόνους, ενώ και ακόμα και σήμερα το κάστανο της περιοχής είναι φημισμένο και αποτελεί το κυριότερο παραγωγικό προϊόν της, με σχεδόν 4.000 στρέμματα καλλιεργούμενη έκταση.


«Et in Arcadia ego». Αρχαίοι ναοί και παλιά μοναστήρια καθαγιάζουν με έναν μαγικό τρόπο ολόκληρο τον τόπο. Ο ποταμός Λούσιος αστράφτει στο φαράγγι του. Πανέμορφα ιστορικά πετρόχτιστα χωριά με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, εξαιρετικές οικογενειακες ταβέρνες, φροντισμένους ξενώνες και παλιά αρχοντικά, πυκνοδασωμένα βουνά, επιβλητικά φαράγγια, ορμητικά νερά, απίστευτα μονοπάτια και ιστορικά μοναστήρια. Η Ορεινή Αρκαδία είναι ένας ξεχωριστός, σχεδόν «μυθικός» προορισμός στην καρδιά της Πελοποννήσου. Μπορεί να την απολαύσει κανείς με την παρέα του ακόμη και μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο.


Αν φυσικά ο χρόνος το επιτρέπει, αξίζει να αναζητήσει και να επισκεφτεί κανείς στα περίχωρα της Δημητσάνας τη Μονή Φιλοσόφου και σε αυτά της Βυτίνας, την ιστορική Μονή της Κερνίτσας, δύο από τα αρχαιότερα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής. Επίσης, αν είναι λάτρης των extreme sports, θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να κάνει rafting ή canyoning στο Λούσιο. Τέλος, μία επίσκεψη αξίζει το υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης της Δημητσάνας, όπου η ιστορία και η παράδοση ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια των επισκεπτών.


Η εθνική οδός Αθηνών-Κορίνθου-Τρίπολης έχει σχεδόν εκμηδενίσει τις αποστάσεις και έτσι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μπορεί να βρεθεί κανείς από την πρωτεύουσα στην ειδυλλιακή Ορεινή Αρκαδία. Η πανέμορφη αυτή γη, με την απίστευτη εναλλαγή χρωμάτων και τοπίων αποτελεί έναν ακόμη καλά κρυμμένο θησαυρό της ελληνικής υπαίθρου. Αν, για κάποιους, ο χρόνος για διακοπές είναι κάπως περιορισμένος, δεν είναι το τέλος του κόσμου, εφόσον η επόμενη Παρασκευή, το ερχόμενο τριήμερο ή οι επόμενες διακοπές είναι σχετικά κοντά και η Ορεινή Αρκαδία πάντα έτοιμη να σας φιλοξενήσει.

ellines.com 
Share:

Μετέωρα: Η ιερή τοποθεσία που προκαλεί δέος


Οι επιβλητικοί βράχοι των Μετεώρων δεσπόζουν στην Καλαμπάκα μεταξύ των βουνών Κόζιακα και Αντιχασίων. Αυτό το μεγαλούργημα της φύσης αποκαλύπτει όλο του το μεγαλείο αιώνες τώρα, καθώς αποτελεί ένα μοναδικό σε ομορφιά γεωλογικό φαινόμενο και ένα σημαντικό μνημείο της Ορθοδοξίας. Τα Μετέωρα έχουν χαρακτηριστεί το δεύτερο Άγιον Όρος και συνεχίζουν τη μοναστική παράδοση εδώ και έξι περίπου αιώνες.
Στην κεντρική Ελλάδα και συγκεκριμένα στο βορειοδυτικό τμήμα της Θεσσαλίας, ανάμεσα στα Χάσια βορειοανατολικά και την Πίνδο δυτικά, εκεί όπου τελειώνει η Θεσσαλική πεδιάδα, υψώνονται οι γιγάντιοι βράχοι που δημιουργούν ένα θέαμα μοναδικό -ίσως- στον κόσμο.
Στη θέα των ιερών βράχων ο επισκέπτης μένει έκθαμβος από την εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια αυτού του γιγαντιαίου πέτρινου συμπλέγματος. Τα ασκητικά παραπήγματα στους βράχους μαρτυρούν την αδιάψευστη παρουσία των πρώτων μοναχών που αφιερώθηκαν ψυχή τε και σώματι στο Θεό. Υπηρετούντες του Ιησού Χριστού κατέγραψαν την ασκητική τους πορεία στη μοναστική ζωή, βαδίζοντας στα μονοπάτια που οδηγούν από τη Γη στον ουρανό.



Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το φαινόμενο των βράχων δεν αναφέρεται ούτε στη μυθολογία ούτε από κάποιον Έλληνα ή ξένο ιστορικό. Εδώ και χίλια περίπου χρόνια άρχισαν να ασχολούνται οι ιστορικοί και οι γεωλόγοι με τη δημιουργία αυτών των βράχων, διατυπώνοντας διάφορες θεωρίες.
Η επικρατέστερη, είναι του Γερμανού γεωλόγου Φίλιπσον ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με την θεωρία του ένας μεγάλος ποταμός είχε τις εκβολές του στην περιοχή αυτή, που για εκατομμύρια χρόνια καλυπτόταν από ένα στενό και βαθύ θαλάσσιο τμήμα. Τα νερά του ποταμού εναποθέτουν στις εκβολές φερτές ύλες και πέτρες και γενικότερα διάφορα υλικά που μεταφέρονταν με τα νερά του από βορειότερα τμήματα της αρχέγονης κεντρικής Ευρώπης. Από τη συσσώρευση των υλικών αυτών σχηματίστηκαν δελτογεννείς κώνοι.
Πριν από 25-30 εκατομμύρια χρόνια, μετά από γεωλογικές μεταβολές που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των αιώνων, ανυψώθηκε το κεντρικό τμήμα της σημερινής Ελλάδος και βυθίστηκε η περιοχή της Θεσσαλίας, η οποία αποτέλεσε μία λίμνη. Αργότερα δημιουργήθηκε το άνοιγμα των Τεμπών, με αποτέλεσμα τα νερά να χυθούν στο σημερινό Αιγαίο και να αποκαλυφθεί η θεσσαλική πεδιάδα.



Κατά την τριτογενή περίοδο στη διάρκεια των αλπικών πτυχώσεων, αποκόπηκαν οι συμπαγείς όγκοι των «βράχων» από την οροσειρά της Πίνδου που δημιουργήθηκε και με την πάροδο των αιώνων σχηματίστηκε ανάμεσά τους η κοιλάδα του Πηνειού ποταμού. Με τη συνεχή διάβρωση από τους ανέμους και τις βροχές, καθώς και από άλλες γεωλογικές μεταβολές, οι βράχοι αυτοί στο πέρασμα εκατομμυρίων ετών πήραν την σημερινή τους μορφή.
Στις κοιλότητες των βράχων, στις σχισμές τους και στις κορυφές τους βρήκαν προστασία οι άνθρωποι της περιοχής από τις επιδρομές διαφόρων κατακτητών και αυτών που πέρασαν από την περιοχή. Στους βράχους αυτούς βρήκαν καταφύγιο και αρκετοί τολμηροί ερημίτες και αναχωρητές οι οποίοι αναζητούσαν ψυχική ηρεμία, γαλήνη και με την προσευχή επεδίωκαν τη χριστιανική τελειότητα. Στην αρχή, οι ασκητές ήταν απομονωμένοι και προσεύχονταν σε μικρά παρεκκλήσια, τα λεγόμενα «προσευχάδια», όχι μόνο για τη δική τους σωτηρία αλλά και για την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Η ζωή τους ήταν λιτή και η εργασία επίπονη.
Το πότε ακριβώς κατοικήθηκαν οι βράχοι δεν είναι γνωστό, σύμφωνα όμως με τις γραφές που υπάρχουν, παρουσιάζεται ο μοναχισμός όταν πλέον είχε οργανωθεί. Σύμφωνα με τους βυζαντινολόγους, οι πρώτοι ασκητές πρέπει να είχαν καταφύγει στους βράχους προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας. Ως πρώτος ασκητής αναφέρεται ο Βαρνάβας περί τα 950-970 μ.Χ., ο οποίος ίδρυσε τη Σκήτη του Αγίου Πνεύματος και ακολούθησε η ίδρυση της Σκήτης της Μεταμορφώσεως από τον Κρητικό μοναχό Ανδρόνικο στις αρχές του 1000 μ.Χ. Κατόπιν ιδρύεται η Σκήτη των Σταγών ή Δούπιανη περί τα 1150-1160 μ.Χ.



Τα πρώτα μοναστήρια χτίστηκαν με τεράστια προσοχή και αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία, κατά τον 14ο αιώνα. Με το πέρασμα των χρόνων, κάποια από αυτά ανακατασκευάστηκαν, ενώ σε άλλα χρειάστηκε να γίνουν σημαντικές επισκευές προκειμένου να συμπληρωθούν, και να δοθεί έτσι το τελικό αρχιτεκτονικό τους σχήμα. Έκτοτε ορθώνουν το ανάστημά τους στις κορυφές των βράχων δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι αποτελούν το φυσικό τους τελείωμα. Η ανάβαση παλαιότερα γινόταν με σκαλωσιές στηριγμένες σε δοκάρια σφηνωμένα μέσα στους βράχους, με δίχτυ, και λίγο αργότερα με ανεμόσκαλες. Σήμερα οι προσκυνητές-επισκέπτες χρησιμοποιούν τις σκάλες που λαξεύτηκαν στα βράχια, εξασφαλίζοντας έτσι μία άνετη και ασφαλή ανάβαση στα μοναστήρια.
Από τα 24 μοναστήρια σήμερα λειτουργούν τα έξι ενώ τα υπόλοιπα 15 είναι ακατοίκητα και ερειπωμένα. Οι Ιερές Μονές της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, και του Βαρλαάμ είναι αντρικές ενώ η Ιερά Μονή Ρουσάνου και Αγίου Στεφάνου γυναικείες. Σήμερα οι έξι μονές οι οποίες είναι επισκέψιμες είναι η ανδρική μονή του Αγίου Νικολάου του Άσμενος ή Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, που χτίστηκε τον 16ο αιώνα, η οποία έχει ένα μικρό εκκλησάκι, διακοσμημένο από τον γνωστό Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη Στρίτλη, το 1527. Ένας μοναχός κατοικεί εκεί από το 2015. Η Ιερά Μονή Ρουσάνου ή Αρσάνη, που ιδρύθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα και διακοσμήθηκε το 1560 και σήμερα είναι ένα ανθηρό μοναστήρι με πάνω από 10 μοναχές. Η ανδρική μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, γνωστή και ως «Μεγάλο Μετέωρο», επί του υψηλότερου βράχου. Η μονή των Αγίων Πάντων ή Ιερά Μονή Βαρλαάμ. Η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος (Μετεώρων) και η γυναικεία Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου (Μετεώρων).



Μοναχοί, ιερείς αλλά και σπουδαίοι αγιογράφοι της εποχής, όπως ο Θεοφάνης και ο Φράγκος Κατελάνος, φιλοτέχνησαν με τοιχογραφίες τους ναούς των Μετεώρων. Η Παναγία η Θρηνωδούσα, ο Εσταυρωμένος, η Γέννηση του Χριστού, τα Μαρτύρια των Αγίων, είναι από το θαυμάσιο εικονογραφικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό των ναών. Έχουν πλούσιο χρωματισμό άλλοτε ζωηρό και άλλοτε απαλό, αποδίδεται ζωή και φυσικότητα στα εκφραστικά πρόσωπα και στις κινήσεις τους, και τα θέματα είναι εμπνευσμένα κυρίως από τον χριστολογικό και τον αγιολογικό βίο. Κάποιες τοιχογραφίες όμως, υπέστησαν σοβαρότατες ζημιές από επιδρομές βανδάλων που δεν σεβάστηκαν την ιερότητα του εκκλησιαστικού χώρου, και άλλες πάλι φέρουν πάνω τους τα ανεξίτηλα σημάδια φθοράς του χρόνου. Τεχνοτροπικά οι τοιχογραφίες εντάσσονται στην τελευταία Παλαιολόγεια βυζαντινή περίοδο.
Στα Μετέωρα σώζονται θησαυροί, κειμήλια και πολλά έργα μικροτεχνίας. Αντιπροσωπευτικό δείγμα μικροτεχνίας είναι το αριστουργηματικό ξυλόγλυπτο τέμπλο που βρίσκεται στο καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου. Φορητές εικόνες οι παλαιότερες από τις οποίες σήμερα φυλάσσονται στα σκευοφυλάκια των ναών, Σταυροί με Τίμιο Ξύλο, αρχιερατικοί ράβδοι, χρυσοποίκιλτα ιερατικά άμφια, χειρόγραφα, Ευαγγέλια, σκεύη για λειτουργικούς σκοπούς, μολυβδόβουλλα, αργυρές λειψανοθήκες είναι κάποια από τα μουσειακά εκθέματα, που ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει. Από ιστορικής πλευράς μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πάνω από χίλιοι χειρόγραφοι κώδικες, καθώς και οι πολύτιμες σε αξία σειρές βυζαντινών και μεταβυζαντινών εγγράφων που σώζονται και φυλάσσονται στα αρχειοφυλάκια των μοναστηριών. Στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου φυλάσσεται και η Θαυματουργός Κάρα του Άγιου Χαράλαμπου, ενώ στη Μονή Βαρλαάμ υπάρχει το Ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο.



Σήμερα, τα Μετέωρα έχουν χαρακτηριστεί από τον ΟΗΕ και την UNESCO ως Μνημείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Μέσα απ’ αυτή την κληρονομιά οι μοναχοί-ασκητές πορεύονται αιώνες τώρα ακολουθώντας τα βήματα των πρώτων οικιστών Πατέρων τους, σμιλεύοντας την πίστη τους με την υπακοή, την ακτημοσύνη, την ταπεινοσύνη, τη νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή στον Ύψιστο Δημιουργό. Μετά από διακόσια περίπου χρόνια, στα μέσα περίπου του 14ου αιώνα (1340-1350 μ.Χ.), ιδρύεται η Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος από τον όσιο Αθανάσιο, ο οποίος έδωσε στον μεγάλο βράχο «Πλατύ Λίθο» το όνομα Μετέωρο και από τότε όλοι οι βράχοι φέρουν αυτό το όνομα.
Στη συνέχεια, έχουμε την δημιουργία πολλών ιερών μονών σε διάστημα δύο αιώνων (14ο – 15ο), περίοδο μεγάλης ακμής του μοναχισμού στα Μετέωρα. Ο αριθμός τους τότε φτάνει τα 24. Στα μέσα του 14ου αιώνα αναπτύσσει μεγάλη δράση ο καθηγούμενος της Σκήτης των Σταγών (Δούπιανης) ιερομόναχος Νείλος, ο οποίος είναι ιδρυτής και κτήτορας της Ι. Μονής Αναλήψεως (σήμερα Ι. Μ. Υπαπαντής) στην οποία φιλοτεχνήθηκαν πολύ σημαντικές τοιχογραφίες. Οι πρώτοι ασκητές αναρριχήθηκαν στους βράχους χρησιμοποιώντας σκαλωσιές που τις στήριζαν σε δοκάρια σφηνωμένα σε τρύπες μέσα στον βράχο. Αργότερα χρησιμοποίησαν τις ανεμόσκαλες και το δίχτυ, μέχρι που στις αρχές του 20ού αιώνα λαξεύτηκαν οι πρώτες σκάλες.



Με το πέρασμα των αιώνων και κάτω από διάφορες δυσκολίες των καιρών, όπως οι διάφοροι κατακτητές της περιοχής, οι επιδρομές ληστών και άλλοι παράγοντες, οδήγησαν πολλές από τις ακμάζουσες Ιερές Μονές στην εγκατάλειψη και καταστροφή (περίοδος παρακμής μετά τον 17ο αιώνα). Σήμερα συνεχίζουν χωρίς διακοπή την παράδοση της ορθοδοξίας για πάνω από 600 χρόνια η Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου (ή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος), η Ιερά Μονή Βαρλαάμ, η Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος, η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά και η Ιερά Μονή Ρουσάνου.
Επίσης, με τις φιλότιμες προσπάθειες των μοναχών, του μητροπολίτου Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ και τη συνδρομή του Κράτους, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαφόρων πολιτών, έχουν συντηρηθεί και αναστηλωθεί οι ιερές μονές του Αγίου Νικολάου Μπάντοβα (Μετόχι της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος) και της Υπαπαντής (Μετόχι της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως ή Μεγάλου Μετεώρου).



Η UNESCO έχει χαρακτηρίσει τα Μετέωρα ως διατηρητέο μνημείο της Ανθρωπότητας και κατ’επέκταση δεν ανήκουν μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο. Το ίδιο ισχύει για το Άγιον Όρος, τον Μυστρά, την Ι. Μονή του Οσίου Λουκά κ.α. Συνεπώς, τα μοναστήρια των Μετεώρων συγκαταλέγονται στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, γιατί αποτελούν ένα μοναδικό αρμονικό συνταίριασμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής και φυσικής ομορφιάς. Τα κτίσματα των μονών φαίνονται σαν μία συνέχεια των βράχων, σαν μια φυσική απόληξή τους. Επίσης γιατί είναι ένας ανεκτίμητος καλλιτεχνικός και κειμηλιακός θησαυρός. Ακόμη, η παρουσία πολλών μοναστηριών σε έναν τόσο μικρό χώρο, καθώς και η ορθόδοξη πνευματική ζωή και άσκηση προκάλεσαν τον θαυμασμό των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Τέλος, επειδή τα μοναστήρια είναι φορείς πολιτισμού, που –όπως γνωρίζουμε– δεν περιορίζεται σε καμιά πατρίδα.
Ακόμη, τα Μετέωρα αποτελούν μια Μοναστική Πολιτεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε μια ενιαία περιοχή, που διατηρείται από τη δημιουργία της αναλλοίωτη. Τα μοναστήρια των Μετεώρων λειτουργούν ως κοινόβια, τα πάντα δηλαδή είναι κοινά. Υπάρχει κοινή τράπεζα (φαγητό) για όλους τους μοναχούς. Κανένας δεν έχει χρήματα. Το ταμείο είναι κοινό, αλλά υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο ηγούμενος, που φροντίζει με αγάπη για όλη τη αδελφότητα του μοναστηριού. Για καθετί που κάνει ο μοναχός ζητά την άδεια και την ευλογία του ηγουμένου, στον οποίο λέει κάθε σκέψη του και δέχεται από αυτόν πνευματική καθοδήγηση, προκειμένου στο τέλος της ζωής του να αγιαστεί.



Οι μοναχοί προσπαθούν να τηρήσουν με ακρίβεια τρεις βασικούς κανόνες του μοναχισμού: την αγνότητα, την ακτημοσύνη και την υπακοή. Ξυπνάνε στις 3.30 π.μ. και προσεύχονται ο καθένας χωριστά στο κελί του μέχρι τις 5.00 π.μ. Από τις 5.00 π.μ. μέχρι τις 7.30 π.μ. γίνονται στον ναό οι ακολουθίες του Μεσονυκτίου, του Όρθρου και των Ωρών. Προσεύχονται και νηστεύουν σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Φροντίζουν για τη σωτηρία της ψυχής τους, αλλά ταυτόχρονα νοιάζονται για τον πλησίον τους και προσπαθούν να τον βοηθήσουν με πολλούς τρόπους. Όταν κάποιος νέος ή κάποια νέα καταφύγει στα μοναστήρια για να γίνει μοναχός ή μοναχή αντίστοιχα, δοκιμάζεται πρώτα για τρία χρόνια δόκιμος και μετά την άδεια του μητροπολίτη γίνεται μοναχός, αφού πρώτα βέβαια ο ηγούμενος κρίνει ότι είναι κατάλληλος για τη μοναχική ζωή.
Οι μοναχοί και οι μοναχές πρακτικά εγκαταλείπουν τον κόσμο και έρχονται στα μοναστήρια για να αγιαστούν. Έτσι, το πρώτο μέλημά τους είναι η προσευχή. Την προσευχή τη συνδυάζουν με την εργασία, για να ζήσουν πνευματικά και σωματικά. Οι εργασίες που αναλαμβάνουν οι μοναχοί λέγονται διακονήματα, γιατί γίνονται με πνεύμα αγάπης και θυσίας, αλλά και με πολλή ευλάβεια και προσευχή. Υπάρχουν διακονήματα που εναλλάσσονται κάθε εβδομάδα (της εκκλησίας, του ξενώνα, της κουζίνας κ.α.) και αυτά που μένουν σταθερά (αγιογραφίες, εργόχειρα, χρυσοκεντήματα, ράψιμο, παρασκευή θυμιάματος και κεριών). Λόγω του, τουρισμού οι μοναχοί είναι υποχρεωμένοι να ασχολούνται με την υποδοχή του κόσμου (αρχοντάρης), την ξενάγηση κ.α., ώστε όσοι έρχονται στα Μετέωρα να αποκομίζουν πολλά από την Ορθόδοξη Παράδοση και τη ζωντανή πίστη των μοναχών.



Η συμβολή των μοναστηριών των Μετεώρων στην πολιτιστική κληρονομιά είναι πολύ σημαντική σε όλα τα επίπεδα (τοπικό,εθνικό,παγκόσμιο). Οι Μετεωρίτες Πατέρες δεν ξεκινούσαν για να δημιουργήσουν πολιτισμό πάνω στους αφιλόξενους αυτούς βράχους. Ο πολιτισμός ήταν φυσικό επακόλουθο της αγάπης τους προς τον Θεό. Έτσι η εργατικότητα, η αυτοθυσία, η πνευματικότητα και η φιλοκαλία τους έχουν προσδώσει στα μοναστήρια των Μετεώρων εξαιρετικό αρχιτεκτονικό κάλλος ομορφιά , αριστουργηματικές τοιχογραφίες, θαυμάσια χρυσοκέντητα και άλλα έργα τέχνης. Ο μεγαλύτερος όμως θησαυρός που διασώζουν είναι τα ιερά λείψανα των αγίων μας και η εν Χριστώ ζωή.
Επίσης, η συμβολή των μετεωρίτικων μοναστηριών σε θέματα παιδείας είναι πολύ μεγάλη. Οι Μετεωρίτες Πατέρες με δικά τους χρήματα ίδρυσαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μετά ιερά εκπαιδευτήρια. Έτσι, μέσα στα μοναστήρια με τη λατρευτική ζωή διατηρήθηκε μαζί με την Ορθόδοξη Πίστη μας και η ελληνική γλώσσα, αυτή που επέτρεπε στους σκλαβωμένους να διατηρούν την εθνική τους συνείδηση και τον πόθο για τη λευτεριά. Επίσης, τα χειρόγραφα, τα έντυπα και τα έγγραφα που σώζονται στα μοναστήρια αποτελούν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών, τόσο για την εκκλησιαστική όσο και για την εθνική μας ιστορία. Έτσι στους δύσκολους καιρούς που περνάμε σώζουν την ιστορία μας, την εθνική μας συνέχεια, την παράδοσή μας και την αυθεντική γνήσια μορφή του ευαγγελικού βίου, που αναζητά η Ευρώπη και που έμεινε απαράλλακτη στην πορεία των 2000 χρόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού τα Άγια Μετέωρα είναι οι γνήσιοι συνεχιστές του Βυζαντινού πολιτισμού.



Οι επισκέπτες, πραγματικά ενθουσιάζονται. Νιώθουν σαν κάτι να τους κυριεύει. Μένουν πολλή ώρα στον ναό, προσέχουν το καθετί και πολλοί -ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους- γονατίζουν και προσεύχονται. Έχουν πολλές απορίες και ζητούν από τους μοναχούς να τους υποδείξουν έναν νέο τρόπο ζωής χωρίς άγχος κοντά στον Θεό. Δεν είναι πάντα σε θέση να κατανοήσουν τις δικές μας αξίες, αλλά το θέλουν πολύ και προσπαθούν να το πετύχουν.
Στα Μετέωρα περίπου από το 1920 υπήρξε και πάλι μια άνθηση, γιατί κατασκευάστηκαν στους βράχους λαξευτές σκάλες και γέφυρες. Έτσι έφταναν περισσότεροι επισκέπτες και προσκυνητές, μιας και ο παλιός τρόπος ανάβασης με το δίχτυ, που ήταν μια καθημερινή αναμέτρηση με τον θάνατο, αποτελούσε πια παρελθόν. Το 1948 έγινε η κατασκευή ασφαλτοστρωμένου δρόμου και καταργήθηκε το άβατο για τις γυναίκες. Σήμερα, αν και τα Μετέωρα είναι μια τουριστική περιοχή, υπάρχει άνθηση του μοναχισμού και πολλοί νέοι ευλαβείς και μορφωμένοι προσέρχονται για να μονάσουν στα 6 μοναστήρια που σώζονται και λειτουργούν.



Πολλές ζημιές έγιναν κατά τη διάρκεια της Ιταλό-Γερμανικής κατοχής (1941-1944) και του εμφυλίου Πολέμου (1946-1949), όχι μόνον από τους κατακτητές, αλλά και από Έλληνες που χρησιμοποίησαν τα μοναστήρια των Μετεώρων ως πολεμικά καταφύγια ή ορμητήρια. Για παράδειγμα, οι γερμανικοί όλμοι κατέστρεψαν τον αγιογραφημένο με τον Παντοκράτορα και τους τέσσερις Ευαγγελιστές τρούλο του νέου καθολικού του ναού του Αγίου Χαραλάμπους της Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου. Επίσης στο ίδιο μοναστήρι αλλά στο παλιό καθολικό, (ναός Αγίου Στεφάνου) τα πρόσωπα και ιδίως τα μάτια όλων των Αγίων καταστράφηκαν.
Από τη δεκαετία του 1960 και μετά άρχισαν σοβαρές αναστηλωτικές και οικοδομικές εργασίες στις Ι. Μονές των Μετεώρων. Οι εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης των μετεωρίτικων μνημείων συνεχίζονται μέχρι σήμερα με τη συμπαράσταση του μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ, τους κόπους των ηγουμένων και μοναχών, τις μελέτες και κατασκευές του αρχιτέκτονα κ. Σωτηρίου Τζήμα και την επίβλεψη και βοήθεια του προϊσταμένου της 7ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Αρμόδιας Αρχαιολογικής υπηρεσίας της Περιοχής) κ. Λάζαρου Δεριζιώτη. Έχουν στερεωθεί οι τοιχοποιίες, έγιναν αρμολογήσεις, ενέσεις τσιμέντου, αναπαλαιώσεις κτισμάτων, συντήρηση και καθαρισμός τοιχογραφιών και τέμπλων. Επίσης, έχουν αναστηλωθεί δύο ερειπωμένες μονές, η Ι. Μονή Αγίου Νικολάου Μπάντοβα, που ιδρύθηκε γύρω στο 1400 και είναι μετόχι της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος και η Ι. Μονή Υπαπαντής, που ιδρύθηκε γύρω στο 1366, έχει τοιχογραφίες σε άριστη κατάσταση και είναι μετόχι της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως (Μεγάλου Μετεώρου).



Η πόλη-πύλη προς τα Μετέωρα είναι η Καλαμπάκα. Το εμπορικό και τουριστικό κέντρο της περιοχής. Εδώ θα βρεί κανείς πολλά ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και ταβέρνες που θα φροντίσουν να κάνουν τις διακοπές του ονειρεμένες. Αξίζει να κάνει μία βόλτα στην παλιά πόλη (Σπωτός), η οποία έχει αναπλαστεί και να επισκεφθεί τη μοναδική στην Ελλάδα Σχολή Ξυλογλυπτικής καθώς και παραδοσιακά χαλκουργεία, όπου υπάρχουν σπάνια χειροποίητα χάλκινα είδη. Το Καστράκι είναι το ωραιότερο χωριό στην περιοχή, φωλιάζει ανάμεσα στους βράχους και παράλληλα αποτελεί το ορμητήριο των αναρριχητών. Έχει εστιατόρια, μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, καθώς και καταστήματα με τουριστικά είδη. Το Παλιό Καστράκι έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός.

Τέλος, η αναρρίχηση στα Μετέωρα δεν σταμάτησε ποτέ. Οι μοναχοί και ασκητές σκαρφάλωναν στις μονές και στις σκήτες τους με σχοινιά, με δίχτυα ή με γυμνά χέρια. Η αναρρίχηση στους βράχους των Μετεώρων συνεχίζεται και σήμερα. Αποτελεί όνειρο ζωής για πολλούς λάτρεις του σπορ που έρχονται από κάθε γωνιά της γης. Οι αθλητές απολαμβάνουν κλασικές διαδρομές αναρρίχησης, δηλαδή μεγάλου μήκους και χωρίς περιττές ασφάλειες. Όλες έχουν χαραχθεί παραδοσιακά από κάτω προς τα πάνω. Στα μάτια των αμύητων φαντάζουν ακατόρθωτες, καθώς αρκετές από αυτές ορθώνονται σχεδόν κάθετα σε ύψος μισού χιλιομέτρου.

Τα Μετέωρα σημαίνουν για τους περισσότερους ανθρώπους ό,τι και οι όροι «Άγιοι Τόποι» και «Άγιον Όρος», ενώ αποτελούν ταυτόχρονα και θρησκευτικά καθιδρύματα πνευματικής και ηθικής ακτινοβολίας, αλλά και πολιτιστικά μνημεία. Είναι μία τοποθεσία που με την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπειά της προκαλεί δέος -ανεξαρτήτως θρησκευτικών επιλογών- και θέτει υποψηφιότητα ως ένας προορισμός που αξίζει να επισκεφθεί κανείς έστω μία φορά στη ζωή του.
Share:

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

ΑΙΓΙΝΑ: Το νησί-θησαυρός του Αργοσαρωνικού

Η Αίγινα είναι το πιο δημοφιλές νησί του Σαρωνικού κόλπου. Βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του και περιβάλλεται από το Αγκίστρι, τα Μέθανα, την Τροιζήνα, τον Πόρο και τις ακτές της ηπειρωτικής Αττικής. Το έδαφός της είναι ηφαιστειογενές, με τις βόρειες περιοχές να αποτελούνται από ιζηματογενή πετρώματα και τις νότιες από εκρηξιγενή και αποτελείται από χαμηλούς λόφους και κάποιες πεδινές εκτάσεις. Το ψηλότερο βουνό της είναι το Όρος, με ύψος 532 μέτρα, ενώ χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν έχει ποτάμια ή γενικότερα τρεχούμενο νερό.



Κατά την αρχαιότητα ήταν εποικιστικό κέντρο Πελοποννησίων, Μυρμιδόνων και Αιγιατών. Αργότερα, εντάχθηκε μαζί με άλλες ναυτικές πόλεις στο θεσμό της Αμφικτυονίας της Καλαυρίας, συμμετείχε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ενάντια στους Πέρσες και κατά την κλασική εποχή ήταν πόλη της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η πόλη της Αίγινας ήταν και η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Σήμερα, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε έκταση, πληθυσμό και ανάπτυξη νησί του Αργοσαρωνικού αφού προσελκύει αρκετό κόσμο λόγω της εγγύτητάς της με την Αθήνα, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δεκαετίες ο τουρισμός να αποτελεί την βασικότερη οικονομική δραστηριότητα του νησιού.



Η μυθολογία θέλει την Αίγινα να οφείλει την ονομασία της στην κόρη του Θεού Ασωπού Αίγινα, την οποία ερωτεύτηκε ο Δίας και την απήγαγε στο νησί Οινώνη που μετονομάστηκε σε Αίγινα. Η στρατηγική της θέση κατά την αρχαιότητα φαίνεται ότι ήταν ο λόγος που κατοικήθηκε πριν από το 3.500 π.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η Αίγινα υπήρξε αποικία της Επιδαύρου. Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί Μινωικά κεραμικά του 2000 π.Χ. περίπου, όπως και κοσμήματα από χρυσό που ανήκουν στη ύστερη περίοδο της Μυκηναϊκής τέχνης, τα οποία συνηγορούν στην εκδοχή της διατήρησης του μυκηναϊκού πολιτισμού για μερικές γενιές μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίοι φαίνεται να κατέκτησαν το νησί το 950 π.Χ.



Τον 7ο αιώνα π.Χ. η Αίγινα συμμετείχε στην πολιτική ομοσπονδία υπό την ονομασία Αμφικτιονία της Καλαυρίας μαζί με την Αθήνα, το Βοιωτικό Ορχομενό, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και τη Ναυπλία, με σκοπό την πάταξη της ακμάζουσας πειρατείας στο Αιγαίο, λόγω της παρακμής των Μυκηναίων. Κατά την αρχαϊκή εποχή (734 – 459 π.Χ.) η Αίγινα γνώρισε μεγάλη ακμή εξελισσόμενη σε σημαντική ναυτική και εμπορική δύναμη της εποχής αναπτύσσοντας εξαγωγικό εμπόριο πήλινων αγγείων και αρωμάτων εγχώριας παραγωγής. Οι Αιγινήτες υπήρξαν οι πρώτοι που έφτιαξαν ασημένια νομίσματα στον ελλαδικό χώρο, λίγες δεκαετίες μετά την επινόηση του νομίσματος από τους Λυδούς. Επίσης, οι Αιγινήτες είχαν σημαντικά συμφέροντα στον Ελλήσποντο ενώ ήταν μέτοχοι στον εμπορικό σταθμό της αιγυπτιακής πόλης Ναυκράτιδος.



Η ναυτική πρωτοκαθεδρία της Αίγινας και η εδραίωση της ολιγαρχικής παράταξης στην εξουσία αποτελούσε εμπόδιο στις επιδιώξεις της Αθήνας με αποτέλεσμα ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. να παρατηρείται ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις. Παρά το γεγονός ότι στους Μηδικούς Πολέμους είχαν υποστηρίξει τον Δαρείο, στους Περσικούς Πολέμους συνασπίστηκαν με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, λαμβάνοντας μαζί με τους Αθηναίους τα πρωτεία.



Μετά το τέλος του πολέμου η Αίγινα συνασπίστηκε με την Σπάρτη και την Κόρινθο με αποτέλεσμα να επέλθει οριστική σύγκρουση με την Αθήνα, η οποία και της επιτέθηκε το 458 π.Χ. Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Αιγινήτες ηττήθηκαν και έπειτα η πρωτεύουσά τους καταλήφθηκε από τους Αθηναίους. Απότοκος της ήττας ήταν το γκρέμισμα των τειχών της πόλης, η παράδοση των πλοίων και η επιβολή φόρου υποτέλειας. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 – 404 π.Χ) οι Αιγινήτες εκδιώχθηκαν στην Πελοπόννησο κι επέστρεψαν μετά το τέλος του πολέμου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Αίγινα απώλεσε κάθε αίγλη της, καταλήγοντας διαδοχικά στους Αιτωλούς, τους Περγαμηνούς και τους Ρωμαίους. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο οποίος πέρασε από το νησί το 150 μ.Χ., στην Αίγινα δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο, ενώ το ιστορικό λιμάνι της είχε καταστραφεί εντελώς. Λόγω των επιδρομών των Γότθων και των Ερούλων στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, μεγάλοι πληθυσμοί μετακινήθηκαν στην Αίγινα, η οποία γνώρισε μια δεύτερη ακμή. Κατά τον 10ο αιώνα οι επιδρομές των πειρατών ανάγκασαν έναν μέρος των κατοίκων να μεταναστεύσει, ενώ τότε πραγματοποιήθηκε και η μεταφορά της πρωτεύουσας στην ενδοχώρα και συγκεκριμένα στην Παλαιά Χώρα.



Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα, όταν η πειρατεία πήρε μεγάλες διαστάσεις, λόγω της αποφάσεως του Ιωάννου Β’ Κομνηνού να διακόψει τα κονδύλια προς το ναυτικό, η Αίγινα έγινε το βασικό ορμητήριο των πειρατών, ιδίως για τις επιθέσεις τους προς την Αττική, τους κατοίκους της οποίας τρομοκρατούν αρπάζοντας υλικά αγαθά, ζώα, ανθρώπους για σκλάβους ή για λύτρα, και βεβαίως σκοτώνουν πολλούς κατοίκους συχνά με βασανιστικό τρόπο ή απλώς τους ακρωτηριάζουν. Ο δε Μητροπολίτης των Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζει την Αίγινα ως «φωλιά των πειρατών».



Κατά τους επόμενους αιώνες η Αίγινα υποτάχθηκε από τους Φράγκους (1204 – 1317), τους Καταλανούς (1451 – 1540), τους Ενετούς (1451 – 1540 και 1687 – 1715) και τους Οθωμανούς (1540 – 1687 και 1715 – 1821). Η σημαντικότερη όμως καταστροφή πραγματοποιήθηκε από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ο οποίος λεηλάτησε την πρωτεύουσα και αιχμαλώτισε περί τους 4.000 με 7.000 Αιγινήτες. Στο τέλος του 18ου αιώνα, οι Αιγινήτες εγκατέλειψαν την Παλιά Χώρα και εγκαταστάθηκαν στην θέση της αρχαίας πόλης της Αίγινας.
Την περίοδο της Επανάστασης του 1821, κατέφυγαν στην Αίγινα χιλιάδες κάτοικοι της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και του Ανατολικού Αιγαίου και ιδιαίτερα των περιοχών του Γαλαξειδίου, των Ψαρών και της Αθήνας. Υπολογίζεται ότι στην Επανάσταση συμμετείχαν περίπου 400 Αιγινήτες. Την περίοδο 1826 – 1827 η ελληνική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο νησί, αφού η ορισθείσα πρωτεύουσα πόλη του Ναυπλίου δεν παρείχε τότε την αναγκαία ασφάλεια και το 1827 η Αίγινα ορίστηκε και επίσημα ως -προσωρινή- πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, ιδιότητα που διατήρησε ως το 1829, με την μεταφορά πλέον της πρωτεύουσας στο Ναύπλιο.



Σύμφωνα με τον ιστορικό Εντγκάρ Κινέ (Edgar Quinet), την εποχή του Καποδίστρια ο πληθυσμός ανερχόταν στους 10.000 κατοίκους, μαζί με τους πρόσφυγες -που έφτασαν να αποτελούν το 70% των κατοίκων- ενώ σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις ο πληθυσμός ανερχόταν σε 40.000. Εκείνη την περίοδο κατασκευάστηκαν τα κτίρια του Ορφανοτροφείου, στο οποίο στεγάστηκαν το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο και το Εθνικό Τυπογραφείο, του Αρχαιολογικού Μουσείου και του Κυβερνείου, στο οποίο στεγάστηκε η πρώτη βιβλιοθήκη της χώρας.
Το πρώτο εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στην Αίγινα -αλλά και γενικά στην απελευθερωμένη Ελλάδα- ήταν το Κεντρικό Σχολείο που ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1829. Σκοπός του σχολείου αυτού, τριετούς φοιτήσεως, ήταν να δημιουργηθούν δάσκαλοι αλλά και στελέχη για τις κρατικές υπηρεσίες. Το Κεντρικό Σχολείο στεγάστηκε στο Εϋνάρδειο, κτίριο στο οποίο προηγουμένως συνεδρίαζε το Πανελλήνιον και το οποίο είχε κατασκευαστεί με συνδρομή του Ελβετού φιλέλληνα τραπεζίτη Εϋνάρδου. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια, το σχολείο έκλεισε τον Ιανουάριο του 1832. Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, στο νησί λειτουργούσε Σχολαρχείο, δηλαδή κάτι ανάλογο με το σημερινό Γυμνάσιο. Από το 1932, το σχολείο στεγάζεται στο χώρο του Κυβερνείου, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Γερμανική Κατοχή, από το 1945 στην Αίγινα λειτουργεί ως παράρτημα του Β’ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιά και από το 1959 το σχολείο παύει να είναι παράρτημα και λειτουργεί πλέον ως Γυμνάσιο Αίγινας.



Μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας της Ελλάδας η Αίγινα άρχισε να παρακμάζει, ενώ σταδιακά ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ. Επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, τη δεκαετία του 1930, είχε προβλεφθεί η κατασκευή ναυτικών οχυρών στην Πέρδικα και στον Τούρλο, τα οποία μαζί με το ναυτικό οχυρό των Φλεβών και τα πυροβολεία της Πούντας και του Κεράμου αποτέλεσαν το τμήμα της ελληνικής παράκτιας άμυνας, που έγινε γνωστή ως «Ναυτικά Οχυρά Σαρωνικού». Το 1940 το Πολεμικό Ναυτικό προχώρησε στην πόντιση ναρκών στις θαλάσσιες περιοχές Τούρλου – Φλεβών και Μονής Αιγίνης – Αγίου Γεωργίου Μεθάνων, δημιουργώντας έτσι ένα προστατευμένο μέτωπο. Τον Απρίλιο του 1941 γερμανικά αεροπλάνα τύπου στούκας βομβάρδισαν τρεις φορές το νησί της Αίγινας καταστρέφοντας τους δύο λιμενοβραχίονες στο λιμάνι. Τον Μάιο του ίδιου έτους γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν τα οχυρά του Τούρλου και της Πέρδικας και τον Ιανουάριο του 1942 το γερμανικό υποβρύχιο U-133 βυθίστηκε από νάρκη στα ανοιχτά του Τούρλου.



Η Αίγινα έχει σημαντικά αξιοθέατα όπως ο Ναός της Αφαίας, η Παλαιοχώρα, τα υπολείμματα του ναού του Ελλανίου Διός, ο προϊστορικός οικισμός της Κολώνας (με τη μονολιθική κολώνα, που έχει διασωθεί από τον ναό και αποτελούσε για χρόνια σημάδι προσανατολισμού για τους Βενετσιάνους ναυτικούς, οι οποίοι και ονόμασαν την περιοχή Colonna), ο Πύργος του Μαρκέλλου, η Μητρόπολη, το Μουσείο Καπράλου, το Λαογραφικό Μουσείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι πιό γνωστές παραλίες του νησιού είναι ο Μαραθώνας, η Αγία Μαρίνα, η Πέρδικα και η Σουβάλα. Δημοφιλές τουριστικό κέντρο αποτελεί επίσης το επιβλητικό Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου μαζί με τον υπερμεγέθη ιερό ναό, καθώς και πληθώρα εκκλησιών που διασώθηκαν μετά την Tουρκοκρατία.



Ξεκινώντας την επίσκεψή του σε αξιοθέατα και μνημεία της Αίγινας από τη χώρα του νησιού, ο επισκέπτης θα παρατηρήσει το Άγαλμα της Μάνας που στέκει επιβλητικό έξω από το Μουσείο του Χρήστου Καπράλου, συμβολίζοντας τη μάνα που περιμένει τον ναυτικό γιο της. Λίγο πιο μακριά, θα δει από μια πολύ χαρακτηριστική γωνία το σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη -το «κουκούλι» του, όπως του άρεσε να το λέει- όπου έμεινε για πολλά χρόνια και απομονωνόταν για μεγάλα διαστήματα, απολαμβάνοντας τη μαγευτική θέα του Αργοσαρωνικού. Στη συγκεκριμένη κατοικία αξιοπρόσεκτη είναι η λιτή αρχιτεκτονική, ενώ ο χώρος αποπνέει μια γενικότερη ασκητική διάθεση.



Όταν στη συνέχεια ο επισκέπτης φτάσει στον Ναό της Αφαίας -και αν φυσικά η ατμόσφαιρα είναι καθαρή- θα μπορέσει να διακρίνει την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, αλλά ακόμα και και τον Ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο. Ο Ναός της Αφαίας δεσπόζει στην κορυφή ενός πευκόφυτου λόφου στο βορειοανατολικό μέρος της Αίγινας και θεωρείται το σπουδαιότερο σωζόμενο μνημείο και είναι αφιερωμένο στη θεότητα Αφαία, ενώ χτίστηκε σε χώρο όπου υπήρχε λατρευτική δραστηριότητα ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, με την κατασκευή του να χρονολογείται στο 500 – 490 π.Χ.



Η Αίγινα είχε έναν αξιόλογο σπογγαλιευτικό στόλο μέχρι και την δεκαετία του 1970. Η μεγαλύτερη ακμή αυτής της δραστηριότητας έλαβε χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα, απασχολώντας περί τους χιλίους ναύτες και βουτηχτάδες. Κατά την περίοδο της Κατοχής η σπογγαλιεία είχε διακοπεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις αρχές του 20ου αιώνα πολλοί Αιγινήτες μετανάστευσαν στην Αμερική, όπου και εργάστηκαν ως δύτες και σφουγγαραδες στο Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα των ΗΠΑ. Η παραθαλάσσια αυτή πόλη, μετά την έλευση έμπειρων δυτών από την Ελλάδα, μετατράπηκε γρήγορα σε πρωτεύουσα της σπογγαλιείας. Το 1971 υπολογίζεται ότι οι ψαράδες αποτελούσαν το 40% του εργατικού δυναμικού της Αίγινας, ενω οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι το υπόλοιπο 30%. Σήμερα η αλιευτική δραστηριότητα του νησιού παραμένει αυξημένη, εστιασμένη κυρίως στην κατσούλα, τον γλανιό, τα μπαρμπούνια και τα λιθρίνια, ενώ η κτηνοτροφική δραστηριότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη.



Στην Αίγινα υπάρχουν σημαντικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ενώ στο νησί αυτό καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά η πατάτα, ύστερα από πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Οι κάτοικοι παραδοσιακά καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, αρακά, ρεβύθια κ.α., ενώ διατηρούσαν και σημαντικές εκτάσεις αμπελιών, η καλλιέργεια όμως των οποίων μετά την εισαγωγή της καλλιέργειας της φιστικιάς αλλά και της φυλλοξήρας, υποχώρησε. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί, το 1950 τα αμπέλια κάλυπταν εκτάσεις 13.500 στρεμμάτων, ενώ το 1961 μόλις 4.382 στρεμμάτων.
Το 1896, ο γιατρός Νικόλαος Περόγλου ξεκίνησε την συστηματική καλλιέργεια φιστικιού, η οποία σύντομα άρχισε να γίνεται δημοφιλής στους κατοίκους του νησιού. Από το 1950, η καλλιέργεια του φιστικιού είχε ξεπεράσει σε σημαντικό βαθμό την υπόλοιπη γεωργική δραστηριότητα, κυρίως λόγω του μεγάλου κέρδους που απέδιδε. Η ποιότητα του Φιστικιού Αιγίνης, ονομασία που κατοχυρώθηκε ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης το 1996, θεωρείται διεθνώς εξαιρετική και υπερτερεί σε σχέση με αρκετές ξένες ποικιλίες, γεγονός που οφείλεται στις ιδιαίτερες -ξηρές- κλιματικές συνθήκες του νησιού και στα ηφαιστειογενή χαρακτηριστικά του εδάφους.



Οι καρποί της Φιστικιάς έχουν κάνει γνωστή την Αίγινα παγκοσμίως. Σήμερα, οι μισοί φιστικοπαραγωγοί είναι μέλη του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιστικοπαραγωγών Αιγίνης. Υπολογίζεται ότι οι φιστικιές της καλύπτουν 29.000 στρέμματα ενώ η συνολική παραγωγή αγγίζει ετησίως τους 2.700 τόνους. Τα τελευταία χρόνια, στα μέσα Σεπτεμβρίου, διοργανώνεται κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Φιστικιού με την ονομασία “Fistiki Fest”.



Η Αίγινα είναι ένας ιδανικός νησιωτικός προορισμός για οικονομικές διακοπές, σε απόσταση μιας ώρας από την Αθήνα. Υπάρχει πληθώρα ξενοδοχείων και ενοικιαζόμενων δωματίων, ενώ αποτελεί δημοφιλές πέρασμα για ιστιοπλοϊκά και ταχύπλοα σκάφη. Το νησί εξυπηρετείται από τοπικά πούλμαν, έχει οργανωμένο δίκτυο μετακίνησης με λεωφορεία ΚΤΕΛ που βρίσκεται στην πλατεία Εθνεγερσίας απέναντι από το λιμάνι, ενώ στο νότιο άκρο του, 9 χλμ. από το λιμάνι της Αίγινας βρίσκεται το τουριστικό θέρετρο της Πέρδικας από όπου τους καλοκαιρινούς μήνες υπάρχει συχνή καθημερινή σύνδεση, με καΐκι, με το νησάκι της Μονής.



Η Αίγινα διαθέτει όλων των ειδών τις παραλίες, οργανωμένες ή ελεύθερες, με εύκολη πρόσβαση ή απομακρυσμένες. Η πιο γνωστή και πολυσύχναστη, είναι αυτή της Αγίας Μαρίνας. Είναι οργανωμένη και προσφέρεται τόσο για οικογένειες που θέλουν απλώς να απολαύσουν το μπάνιο τους όσο και για τους νέους που θέλουν να μπουν στο ρυθμό της μουσικής και να χορέψουν μπροστά από τα beach bars.



Στο βόρειο κομμάτι του νησιού, οι παραλίες που πρέπει να επισκεφθεί κανείς είναι σίγουρα η παραλία των Λουτρών Σουβάλας και της Βαγίας. Στο νότιο κομμάτι, ο Μαραθώνας και η Πέρδικα. Εκεί θα σας εκπλήξει ευχάριστα η ηρεμία και ο εξωτικός χαρακτήρας των νερών της Μονής, του νησιού απέναντι από την παραλία της Πέρδικας.



Το ταξίδι με το πλοίο είναι πολύ σύντομο και ευχάριστο, ειδικά όταν με καλό καιρό οι γλάροι το συνοδεύουν σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Φτάνοντας στο λιμάνι της Αίγινας, ο επισκέπτης αντικρίζει αμέσως το νεοκλασικό στυλ των σπιτιών του νησιού, αισθάνεται τη θαλασσινή αύρα, περνά από αυλές που μυρίζουν γιασεμί κι έχουν μονόχρωμες πόρτες με βουκαμβίλιες, ενώ οι βόλτες στα γραφικά σοκάκια δημιουργούν ένα όμορφο και νοσταλγικό σκηνικό.



Τα παραδοσιακά καφενεία τα συναντά κανείς παντού κατά μήκος του λιμανιού της Αίγινας, την ώρα που οι άμαξες που βρίσκονται στον κεντρικό δρόμο θυμίζουν τις συνήθειες μιας άλλης εποχής και μία πρωινή βόλτα είναι αρκετή για να ταξιδέψει κανείς πίσω στον χρόνο. Εύκολα, με σχετικά λίγα χρήματα και καλή παρέα, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν πανέμορφες εικόνες και στιγμές σε ένα νησί με ιστορία και σημαντικά αξιοθέατα, έναν θησαυρό που βρίσκεται μια ανάσα μακριά από την Αθήνα.

ellines.com 
Share: